[ad_1]
Κάθε φορά που επανέρχεται η προοπτική της αναθεώρησης του Συντάγματος επικρατεί συνήθως στη δημόσια σφαίρα ένας αισιόδοξος μαξιμαλισμός σε προτάσεις συνταγματικής πολιτικής. Και αυτό διότι παραμένει ισχυρή η πεποίθηση ότι το Σύνταγμα, ως υπέρτατος νόμος της Πολιτείας, καθορίζει τις δημόσιες πολιτικές και αποτελεί το μοτέρ της κοινωνικής αλλαγής. Διόλου τυχαία, ο συνταγματικός λόγος στη Μεταπολίτευση εμπνεύστηκε από την ιερότητα και την επιτελεστικότητα του Συντάγματος και υπήρξε πολιτικά παρεμβατικός, ως αντίβαρο στην εξουσία των κυβερνώντων.
Σχεδόν πενήντα χρόνια από το 1975, μετά από τέσσερις αναθεωρήσεις και την αλληλουχία σκληρών κρίσεων, το Σύνταγμα μοιάζει να έχει υποστεί την απομάγευσή του. Δεν φέρει ευθύνη για τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό της χώρας, ούτε, όμως, μπόρεσε να τον ανακόψει. Στην πανδημία, τα δικαιώματα γνώρισαν – εύλογα, δίχως άλλο – πρωτοφανείς περιορισμούς. Το Σύνταγμα από τη μία άντεξε, γιατί προσαρμόστηκε στη νέα κανονικότητα των εξαιρετικών περιστάσεων, χωρίς να προδώσει τις θεμελιώδεις αρχές του. Από την άλλη, έγινε πλήρως αντιληπτή σε όλους, ειδικούς και μη, ιδίως στο πεδίο της απόλαυσης των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, η περατότητα και η εξάρτησή του από τις δεσμεύσεις της συγκυρίας. Οι μεγάλες ψευδαισθήσεις κατέρρευσαν στη δοκιμασία της εμπειρίας.
Το παρόν άρθρο, όπως κι ένα μέρος του περιεχομένου από tovima.gr, είναι διαθέσιμο μόνο σε συνδρομητές.
Μπορείτε να συνδεθείτε από εδω
Είσοδος
[ad_2]
Source link


