[ad_1]
Η Κική Δημουλά για εμένα υπήρξε η ποιήτρια που μάλλον με είχε σημαδέψει κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας μου προς τις πανελλήνιες εξετάσεις και αυτό γιατί, όπως συμβαίνει πάντα στον δρόμο προς το τέλος της σχολικής πραγματικότητας, δεν είχες ποτέ την ελευθερία να εκφράζεις τις δικές σου απόψεις, όσο μικρές ή μεγάλες κι αν ήταν, παρά έπρεπε διαρκώς να παπαγαλίζεις αυτά που θα σου έφερναν μόρια.
Κάτι που δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα από τότε μέχρι σήμερα.
Πίσω στην Κική Δημουλά όμως, σχεδόν φοβόμουν από έφηβη να ακουμπήσω οποιοδήποτε δικό της έργο, μάλλον γιατί μου είχε μείνει κάποιου είδους ψυχολογικό τραύμα από τις φορές που έπρεπε να αναλύσω το ποίημα με την υπογραφή της, «Ο πληθυντικός αριθμός».
Ένα τόσο όμορφο έργο του οποίου την αλήθεια κατάλαβα πολύ αργότερα, όταν ένιωθα περισσότερο το συναίσθημά του παρά ξεκοκκάλιζα τα στοιχεία και σχήματα λόγου και δομής του.
Έτσι, δειλά-δειλά, άρχισα να έρχομαι σε επαφή και με το υπόλοιπα ποιήματα από την Κική Δημουλά, με τον δικό μου ρυθμό και ανάλογα με πόσο αυτά ταίριαζαν, ακουμπούσαν και «μιλούσαν» στον δικό μου ψυχισμό και τα βιώματα.
Ποια ήταν η Κική Δημουλά;
Γεννήθηκε και έζησε στην Αθήνα (1931-2020). Παντρεύτηκε τον πολιτικό μηχανικό και ποιητή Άθω Δημουλά, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά. Εργάστηκε ως υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος επί 25 χρόνια. Το 2002 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Το 1964 απέσπασε εύφημη μνεία από την Ομάδα των Δώδεκα για τη συλλογή Επί τα ίχνη. Το 1972 τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Το λίγο του κόσμου, το 1989 με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Χαίρε ποτέ και το 1995 με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή Η εφηβεία της λήθης.
Το 2001 της απονεμήθηκε το Αριστείο των Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του έργου της, και Χρυσός Σταυρός του Τάγματος της Τιμής, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο. Η Association Capitale Européenne des Littératures την βράβευσε, τον Μάρτιο του 2010, με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας στο πλαίσιο της πέμπτης Ευρωπαϊκής Συνάντησης Λογοτεχνίας. Την ίδια χρονιά, τιμήθηκε για τον σύνολο του έργου της με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας.
Το 2015 αναγορεύτηκε σε επίτιμη διδάκτορα Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ποιήματα της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ισπανικά, τα ιταλικά, τα πολωνικά, τα βουλγαρικά, τα γερμανικά και τα σουηδικά.
10 εμβληματικά ποιήματα από την Κική Δημουλά
Ας κάνουμε μαζί μία βόλτα στο πολύτιμο έργο της Κικής Δημουλά με 10 εμβληματικά της ποιήματα…
Ο ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
Ὁ ἔρωτας,ὄνομα οὐσιαστικόν,πολὺ οὐσιαστικόν,ἑνικοῦ ἀριθμοῦ,γένους οὔτε θηλυκοῦ, οὔτε ἀρσενικοῦ,γένους ἀνυπεράσπιστου.Πληθυντικὸς ἀριθμὸςοἱ ἀνυπεράσπιστοι ἔρωτες.
Ὁ φόβος,ὄνομα οὐσιαστικὸνστὴν ἀρχὴ ἑνικὸς ἀριθμὸςκαὶ μετὰ πληθυντικὸςοἱ φόβοι.Οἱ φόβοιγιὰ ὅλα ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.
Ἡ μνήμη,κύριο ὄνομα τῶν θλίψεων,ἑνικοῦ ἀριθμοῦμόνον ἑνικοῦ ἀριθμοῦκαὶ ἄκλιτη.Ἡ μνήμη, ἡ μνήμη, ἡ μνήμη.
Ἡ νύχτα,Ὄνομα οὐσιαστικόν,Γένους θηλυκοῦ,Ἑνικὸς ἀριθμός.Πληθυντικὸς ἀριθμὸςΟἱ νύχτες.Οἱ νύχτες ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.
(ἀπὸ τὰ Ποιήματα, Ἴκαρος 1998)
ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ
Ὅλα τὰ ποιήματά μου γιὰ τὴν ἄνοιξηἀτέλειωτα μένουν.
Φταίει ποὺ πάντα βιάζεται ἡ ἄνοιξη,φταίει ποὺ πάντα ἀργεῖ ἡ διάθεσή μου.
Γι᾿ αὐτὸ ἀναγκάζομαικάθε σχεδὸν ποίημά μου γιὰ τὴν ἄνοιξημὲ μιὰ ἐποχὴ φθινοπώρουν᾿ ἀποτελειώνω.
—
ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ
Περιμένω. Σὲ φουαγιὲ θεάτρου.Ὥσπου ν᾿ ἀρχίσει ἡ παράστασηβλέπω τί παίζεται πλαγίωςἐντὸς ἐνυδρείου ποὺ διασκεδάζειτὴν ἀναμονή.
Τετράγωνο περίπου σὰν κουτὶπαπουτσιῶν στὸ νούμερο τῆς ὑπερβολῆς.Σὲ γωνία σφηνωμένο γιὰ νὰ γεύονταιδιπλὴ ἀσφυξία οἱ τοῖχοι.
Μικρὰ ψαράκια ὅσο τὸ χρυσαφὶ τοῦ ἥλιουἐπάνω σὲ χρυσόμυγας ξεριζωμένο βόμβοτρέχουν πανικόβλητα. Σκυλόψαρο τζάμι τὰ κυνηγᾷ.Νᾶνος βυθός. Τὸν γαργαλάει εὔκολαμὲ τὰ κοντά της δαχτυλάκια ἡ ἐπιφάνεια.
Συνθλίβεται ἡ πλεύση συχνὰστὶς συμπληγάδες πέτρες-χαλίκιεὕρημα στεριανό.
Κάθε τόσο ἀγωγὸς κρυμμένος στέλνειβίαιο ἀέρα φουρτουνιάζει κάπως ἡ ἀνίαφύκια ξεμαλλιάζονται μὲ πλαστικὸνὀλοφυρμό. Γιὰ λίγοκαταποντίζεται ἡ ὁρατότης. Ὥσπουμισοπνιγμένη τὴν τραβᾶνε κατὰ πάνωκάτι φυσαλίδες ὀξυγόνου μικρὲςσὰν καρφίτσας κεφαλάκι ποὺ βγαίνουνἀπὸ τῶν ματιῶν μου τὴ λιγοστὴ φιάλη.
Τί λυπᾶσαι, χρυσόψαρα εἶναιοὔτε ποὺ γνώρισαν θάλασσα ποτέ τους.
Καὶ μεῖς πόσο τάχα γνωρίσαμε;Κι ὅμως τὸ νοσταλγοῦμε αὐτὸ τὸ διόλου.—
ΔΙΑΛΟΓΟΣΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΕ ΜΕΝΑ
Σοῦ εἶπα:– Λύγισα.Καὶ εἶπες:– Μὴ θλίβεσαι.Ἀπογοητεύσου ἥσυχα.Ἤρεμα δέξου νὰ κοιτᾷςσταματημένο τὸ ρολόι.Λογικὰ ἀπελπίσουπῶς δὲν εἶναι ξεκούρδιστο,ὅτι ἔτσι δουλεύει ὁ δικός σου χρόνος.
Κι ἂν αἴφνης τύχεινὰ σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,μὴ ριψοκινδυνέψεις νὰ χαρεῖς.Ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν θά ῾ναι χρόνος.Θά ῾ναι κάποιων ἐλπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,νηφάλια αὐτοεκθρονίσουἀπὸ τὰ χίλια σου παράθυρα..Γιὰ ἕνα μήπως τ᾿ ἄνοιξες.Κι αὐτοξεχάσου εὔχαρις.
Ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς,γιὰ τὰ φθινόπωρα, τὰ κύκνεια,τὶς μνῆμες, ὑδροροὲς τῶν ἐρώτων,τὴν ἀλληλοκτονία τῶν ὠρῶν,τῶν ἀγαλμάτων τὴν φερεγγυότητα,ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖςγι᾿ ἀνθώπους ποὺ σιγὰ-σιγὰ λυγίζουν,τὸ εἶπες.
—
EΡΕΒΟΣ
Σκύβοντας πάνωἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου τὴ συσκότισηστίχους ἰσχνοὺς θὰ ἐπιδείξωἀποκλεισμένους ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρίαποῦ πλήγωσε θανάσιμακάποιο δειλό μου λυκαυγές.
Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.Ὁ τελευταῖος μόνο στίχοςτίποτε δὲν θὰ λέει.Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενουςθὰ κλαίει.

Η ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΗ ΠΕΤΡΑ
Μίλα.Πὲς κάτι, ὁτιδήποτε.Μόνο μὴ στέκεις σὰν ἀτσάλινη ἀπουσία.Διάλεξε ἔστω κάποια λέξη,ποὺ νὰ σὲ δένει πιὸ σφιχτὰμὲ τὴν ἀοριστία.
Πές:«ἄδικα»,«δέντρο»,«γυμνό».Πές:«θὰ δοῦμε»,«ἀστάθμητο»,«βάρος».Ὑπάρχουν τόσες λέξεις ποὺ ὀνειρεύονταιμιὰ σύντομη, ἄδετη, ζωὴ μὲ τὴ φωνή σου.
Μίλα.Ἔχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.Ἐκεῖ ποὺ τελειώνουμε ἐμεῖςἀρχίζει ἡ θάλασσα.Πὲς κάτι.Πὲς «κῦμα», ποὺ δὲν στέκεται.Πὲς «βάρκα», ποὺ βουλιάζειἂν τὴν παραφορτώσεις μὲ προθέσεις.
Πὲς «στιγμή»,ποὺ φωνάζει βοήθεια ὅτι πνίγεται,μὴν τὴ σῴζεις,πὲς«δὲν ἄκουσα».
Μίλα.Οἱ λέξεις ἔχουν ἔχθρες μεταξύ τους,ἔχουν τοὺς ἀνταγωνισμούς:ἂν κάποια ἀπ᾿ αὐτὲς σὲ αἰχμαλωτίσει,σ᾿ ἐλευθερώνει ἄλλη.
Τράβα μία λέξη ἀπ᾿ τὴ νύχταστὴν τύχη.Ὁλόκληρη νύχτα στὴν τύχη.Μὴ λὲς «ὁλόκληρη»,πὲς «ἐλάχιστη»,ποὺ σ᾿ ἀφήνει νὰ φύγεις.Ἐλάχιστηαἴσθηση,λύπηὁλόκληρηδική μου.Ὁλόκληρη νύχτα.
Μίλα.Πὲς «ἀστέρι», ποὺ σβήνει.Δὲν λιγοστεύει ἡ σιωπὴ μὲ μιὰ λέξη.Πὲς «πέτρα»,ποὺ εἶναι ἄσπαστη λέξη.Ἔτσι, ἴσα ἴσα,νὰ βάλω ἕναν τίτλοσ᾿ αὐτὴ τὴ βόλτα τὴν παραθαλάσσια.
—
ΜΙΑ ΜΕΤΕΩΡΗ ΚΥΡΙΑ
Βρέχει…Μία κυρία ἐξέχει στὴ βροχὴμόνηπάνω σ᾿ ἕνα ἀκυβέρνητο μπαλκόνι.Κι εἶναι ἡ βροχὴ σὰν οἶκτοςκι εἶναι ἡ κυρία αὐτὴσὰν ράγισμα στὴ γυάλινη βροχή.
Τὸ βλέμμα της βαδίζει στὴ βροχή,βαριὲς πατημασιὲς καημοῦτὸν βρόχινό του δρόμογεμίζοντας. Κοιτάζει…
Κι ὅλο ἀλλάζει στάση,σὰν κάτι πιὸ μεγάλο της,ἕνα ἀνυπέρβλητο,νά ῾χει σταθεῖμπροστὰ σ᾿ ἐκεῖνο ποὺ κοιτάζει.
Γέρνει λοξὰ τὸ σῶμαπαίρνει τὴν κλίση τῆς βροχῆς―χοντρὴ σταγόνα μοιάζει―ὅμως τὸ ἀνυπέρβλητο μπροστά τῆς πάντα.Κι εἶναι ἡ βροχὴ σὰν τύψη.
Κοιτάζει…Ρίχνει τὰ χέρια ἔξω ἀπ᾿ τὰ κάγκελατὰ δίνει στὴ βροχὴπιάνει σταγόνεςφαίνεται καθαρὰ ἡ ἀνάγκηγιὰ πράγματα χειροπιαστά.
Κοιτάζει…Καί, ξαφνικά,σὰν κάποιος νὰ τῆς ἔγνεψε «ὄχι»,κάνει νὰ πάει μέσα.Ποῦ μέσα ―μετέωρη ὡς ἐξεῖχε στὴ βροχὴκαὶ μόνηπάνω σ᾿ ἕνα ἀκυβέρνητο μπαλκόνι.
(ἀπὸ τὰ Ποιήματα, Ἴκαρος 1998)
—
ΟΙ ΑΠΟΔΗΜΗΤΙΚΕΣ ΚΑΛΗΜΕΡΕΣ
Ἄρχισε ψύχρα.Τὸ γύρισε ὁ καιρὸς σὲ ἀναχώρηση.
Ἡ πρώτη μέρα τοῦ Σεπτέμβρηξοδεύτηκε σὲ κάποια ὑδρορροή.Ὡς χθὲς ἀκόμα ὅλα ἔρχονταν.
Ζέστες, ἡ διάθεση γιὰ φῶς,λόγια, πουλιά,πλαστογραφία ζωῆς.Γονιμοποιοῦνταν κάθε βράδυ τὰ φεγγάρια,πολλοὶ διάττοντες ἔρωτεςἦρθαν στὸν κόσμο τὸν περασμένο μήνα.
Τώρα ἡ γνωστὴ ψύχρακι ὅλα νὰ φεύγουν.
Ζέστες, πουλιά, ἡ διάθεση γιὰ φῶς.
Φεύγουν τὰ πουλιά, ἀκολουθοῦν τὰ λόγιαἡ μία ἐρήμωση τραβάει πίσω τῆς τὴν ἄλλημὲ λύπη αὐτοδίδακτη.Ἤδη ἀποσυνδέθηκε τὸ φῶς ἀπὸ τὴν ἐπανάπαυσηκι ἀπὸ τὶς καλημέρες σου.
Τὰ παράθυρα ἐνδίδουν.Τὸ χέρι τοῦ μεταβλητοῦ κλείνει τὰ τζάμια,ἄλλοι λὲν ὡς τὴν ἄνοιξη,ἄλλοι φοβοῦνται διὰ βίου.
Κι ἐσὺ τί κάθεσαι;Καιρὸς νὰ μπεῖς κι ἐσὺ στὰ ἀλλαγμένα.Νὰ γίνεις ὅτι ἀναρωτιόμουν πέρυσι:«ποιὸς ξέρει τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο;».Καιρὸς νὰ γίνεις «τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο».Ἄρχισε ψύχρα.Ρῖξε στὴν πλάτη σου ἕνα ροῦχο ἀποδημίας.
—
ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ
Ἐπεκτείνομαι καὶ βιώνωπαράνομασὲ περιοχὲς ποὺ σὰν ὑπαρκτὲςδὲν παραδέχονται οἱ ἄλλοι.
Ἐκεῖ σταματῶ καὶ ἐκθέτωτὸν καταδιωγμένο κόσμο μου,ἐκεῖ τὸν ἀναπαράγωμὲ πικρὰ κι ἀπειθάρχητα μέσα,ἐκεῖ τὸν ἀναθέτωσ᾿ ἕναν ἥλιοχωρὶς σχῆμα, χωρὶς φῶς,ἀμετακίνητο,προσωπικό μου.
Ἐκεῖ συμβαίνω.
Κάποτε, ὅμως,παύει αὐτό.Καὶ συστέλλομαι,κι ἐπανέρχομαι βίαια(πρὸς καθησυχασμόν)στὴ νόμιμη καὶ παραδεκτὴπεριοχὴστὴν ἐγκόσμια πίκρα.
Καὶ διαψεύδομαι.
—
ΠΕΡΑΣΑ
Περπατῶ καὶ νυχτώνει.Ἀποφασίζω καὶ νυχτώνει.Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Ὑπῆρξα περίεργη καὶ μελετηρή.Ξέρω ἀπ᾿ ὅλα. Λίγο ἀπ᾿ ὅλα.Τὰ ὀνόματα τῶν λουλουδιῶν ὅταν μαραίνονται,πότε πρασινίζουν οἱ λέξεις καὶ πότε κρυώνουμε.
Πόσο εὔκολα γυρίζει ἡ κλειδαριὰ τῶν αἰσθημάτωνμ᾿ ἕνα ὁποιοδήποτε κλειδὶ τῆς λησμονιᾶς.Ὄχι δὲν εἶμαι λυπημένη.
Πέρασα μέρες μὲ βροχή,ἐντάθηκα πίσω ἀπ᾿ αὐτὸτὸ συρματόπλεγμα τὸ ὑδάτινοὑπομονετικὰ κι ἀπαρατήρητα,ὅπως ὁ πόνος τῶν δέντρωνὅταν τὸ ὕστατο φύλλο τοὺς φεύγεικι ὅπως ὁ φόβος τῶν γενναίων.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Πέρασα ἀπὸ κήπους, στάθηκα σὲ συντριβάνιακαὶ εἶδα πολλὰ ἀγαλματίδια νὰ γελοῦνσὲ ἀθέατα αἴτια χαρᾶς.
Καὶ μικροὺς ἐρωτιδεῖς, καυχησιάρηδες.Τὰ τεντωμένα τόξα τουςβγήκανε μισοφέγγαρο σὲ νύχτες μου καὶ ρέμβασα.Εἶδα πολλὰ καὶ ὡραῖα ὄνειρακαὶ εἶδα νὰ ξεχνιέμαι.Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Περπάτησα πολὺ στὰ αἰσθήματα,τὰ δικά μου καὶ τῶν ἄλλων,κι ἔμενε πάντα χῶρος ἀνάμεσά τουςνὰ περάσει ὁ πλατὺς χρόνος.
Πέρασα ἀπὸ ταχυδρομεῖα καὶ ξαναπέρασα.Ἔγραψα γράμματα καὶ ξαναέγραψακαὶ στὸ θεὸ τῆς ἀπαντήσεως προσευχήθηκα ἄκοπα.
Ἔλαβα κάρτες σύντομες:ἐγκάρδιο ἀποχαιρετιστήριο ἀπὸ τὴν Πάτρακαὶ κάτι χαιρετίσματαἀπὸ τὸν Πύργο τῆς Πίζας ποὺ γέρνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη ποὺ γέρνει ἡ μέρα.
Μίλησα πολύ. Στοὺς ἀνθρώπους,στοὺς φανοστάτες, στὶς φωτογραφίες.Καὶ πολὺ στὶς ἁλυσίδες.
Ἔμαθα νὰ διαβάζω χέριακαὶ νὰ χάνω χέρια.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Ταξίδεψα μάλιστα.Πῆγα κι ἀπὸ ἐδῶ, πῆγα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ…Παντοῦ ἕτοιμος νὰ γεράσει ὁ κόσμος.Ἔχασα κι ἀπὸ ἐδῶ, ἔχασα κι ἀπὸ κεῖ.Κι ἀπὸ τὴν προσοχή μου μέσα ἔχασακι ἀπὸ τὴν ἀπροσεξία μου.
Πῆγα καὶ στὴ θάλασσα.Μοῦ ὀφειλόταν ἕνα πλάτος. Πὲς πῶς τὸ πῆρα.Φοβήθηκα τὴ μοναξιὰκαὶ φαντάστηκα ἀνθρώπους.
Τοὺς εἶδα νὰ πέφτουνἀπὸ τὸ χέρι μιᾶς ἥσυχης σκόνης,ποὺ διέτρεχε μιὰν ἡλιαχτίδακι ἄλλους ἀπὸ τὸν ἦχο μιᾶς καμπάνας ἐλάχιστης.Καὶ ἠχήθηκα σὲ κωδωνοκρουσίεςὀρθόδοξης ἐρημιᾶς.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Ἔπιασα καὶ φωτιὰ καὶ σιγοκάηκα.Καὶ δὲν μοῦ ἔλειψε οὔτε τῶν φεγγαριῶν ἡ πεῖρα.Ἡ χάση τοὺς πάνω ἀπὸ θάλασσες κι ἀπὸ μάτια,σκοτεινή, μὲ ἀκόνισε.Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Ὅσο μπόρεσα ἔφερ᾿ ἀντίσταση σ᾿ αὐτὸ τὸ ποτάμιὅταν εἶχε νερὸ πολύ, νὰ μὴ μὲ πάρει,κι ὅσο ἦταν δυνατὸν φαντάστηκα νερὸστὰ ξεροπόταμακαὶ παρασύρθηκα.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.Σὲ σωστὴ ὥρα νυχτώνει.
Ποιήματα από users.uoa.gr και εκδ.Ίκαρος
[ad_2]
Source link


