[ad_1]
Ανάμεσα στο πλήθος των αρχαιολογικών ευρημάτων στην Ελλάδα, υπάρχουν μερικά που μέχρι πρόσφατα δεν θεωρούνταν ιδιαίτερα σημαντικά: κυριότερα από αυτά είναι τα ανασκαμμένα υφαντά. Πολύ λίγα έχουν βρεθεί, σπάνια σε καλή κατάσταση, και δεν είναι πολύ κατατοπιστικά. Επιπλέον, βρίσκονται αποκλειστικά σε ταφικά περιβάλλοντα, καθώς οι χάλκινες τεφροδόχοι στις οποίες ήταν θαμμένες τις προστάτευαν στο πέρασμα των αιώνων.
Ωστόσο, ένα συγκεκριμένο ύφασμα, ένα λινό ταφικό σάβανο που χρονολογείται στον 5ο αιώνα π.Χ. που ανασκάφηκε τη δεκαετία του 1980 και αποθηκεύτηκε στις αποθήκες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, μπορεί να προσφέρει χρήσιμα στοιχεία για την εποχή του.
«Συγκεκριμένα, πρόκειται για μια διπλωμένη μάζα διαφορετικών τύπων λινά υφασμάτων, που φαίνεται να έχουν ίχνη από κεντήματα ή άλλα διακοσμητικά φτιαγμένα με διαφορετικό νήμα, ίσως μαλλί, που δεν έχει διασωθεί», δήλωσε η Δρ Χριστίνα Μαργαρίτη, Επικεφαλής Εφαρμοσμένης Το Τμήμα Ερευνών της Διεύθυνσης Συντήρησης του Υπουργείου Πολιτισμού, αναφέρει στην Καθημερινή.

Η διπλωμένη υφασμάτινη μάζα σαρώθηκε σε σαρωτή αξονικής τομογραφίας (CT).
© Διεύθυνση Συντήρησης Αρχαίων και Νεωτέρων Μνημείων / Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Χριστίνα Μαργαρίτη

Το ύφασμα βρέθηκε να έχει αμυδρά ίχνη από κεντήματα και άλλες κλωστές.
© Διεύθυνση Συντήρησης Αρχαίων και Νεωτέρων Μνημείων / Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Χριστίνα Μαργαρίτη
Το εύρημα ανακαλύφθηκε από την αρχαιολόγο Έλενα Παπασταύρου σε σωστική ανασκαφή της 26ης Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων στην οδό Θηβών στην Αθήνα και είχε χρησιμοποιηθεί για να τυλίξουν τα οστά του νεκρού μετά την αποτέφρωση πριν τοποθετηθούν σε χάλκινη τεφροδόχο. «Αυτό είναι το μοναδικό κεντημένο ύφασμα από τον 5ο αιώνα π.Χ. που έχουμε στην Ελλάδα», εξηγεί. «Άλλα υφάσματα από εκείνη την εποχή, με ίχνη κεντήματος, προέρχονται από μια λαθραία ανασκαφή το 1957 και σήμερα στεγάζονται στο Μουσείο Victoria & Albert στο Λονδίνο».
Η σημασία του υφαντικού ευρήματος δεν έγκειται μόνο στην ποσότητα και την καλή του κατάσταση, αλλά και στα διακοσμητικά του χαρακτηριστικά. Αποτελούμενο από οργανικά και γεωμετρικά μοτίβα, η ύπαρξή του από μόνη της έχει απίστευτη αξία καθώς τα ταφικά υφάσματα σπάνια διακοσμούνται. «Είναι επίσης σημαντικό», συνεχίζει ο οικολόγος, «που ανακαλύφθηκε διπλωμένο, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που τοποθετήθηκε στην τεφροδόχο. Αυτό μπορεί να μην έχει αρχαιολογικό ενδιαφέρον, αλλά μπορεί επίσης να σημαίνει κάτι».
Η τεχνολογία μπορεί να συμβάλει στην απάντηση σε αυτές και άλλες παρόμοιες ερωτήσεις με πολλούς τρόπους. Για παράδειγμα, το ύφασμα σαρώθηκε σε αξονικό τομογράφο για να προσδιοριστεί το ακριβές περιεχόμενό του. Υπάρχει επίσης εικονικό ξεδίπλωμα, το οποίο διασφαλίζει ότι δεν υπάρχει ζημιά στο τεχνούργημα. Η μελέτη συντήρησης που εγκρίθηκε χθες από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (CAC) θα ακολουθήσει μια μέση λύση, καθώς θα αξιοποιήσει βέλτιστα τα ψηφιακά εργαλεία αλλά και το προσεκτικό, φυσικό ξεδίπλωμα χαλαρών τμημάτων του υφάσματος.

Το ύφασμα σαρώθηκε σε αξονικό τομογράφο για να προσδιοριστεί το ακριβές περιεχόμενό του χωρίς να το ξεδιπλώσει.
© Διεύθυνση Συντήρησης Αρχαίων και Νεωτέρων Μνημείων / Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Χριστίνα Μαργαρίτη
Ανανεωμένο ενδιαφέρον
Η ιστορία αυτής της επανεμφάνισης επιβεβαιώνει το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τα αρχαιολογικά ευρήματα στην Ελλάδα και σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως αποδεικνύεται από τη δημιουργία του προγράμματος Euroweb της ΕΕ, με τη συμμετοχή του Υπουργείου Πολιτισμού. Μάλιστα, πριν από δύο χρόνια, όταν η Χριστίνα Μαργαρίτη ενημέρωσε την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πειραιώς και Νήσων για την έρευνά της για την κλωστοϋφαντουργία, η Προϊσταμένη του Τμήματος Συντήρησης της Εφορείας, Αικατερίνη Παναγοπούλου, εντόπισε πολλά ακόμη, ακόμη καλύτερα διατηρημένα υφάσματα που είχαν μεταφερθεί στο το Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιά. σύντομα θα ενωθούν με αυτό του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.
Η Δρ Μαργαρίτη γνώριζε την ύπαρξη του αντικειμένου από τα χρόνια της ως υποψήφια διδάκτορας στη συντήρηση ανασκαφικών υφασμάτων, και όταν ξεκίνησε την επιμελή έρευνά της, συνειδητοποίησε ότι είχε τοποθετηθεί στις αποθήκες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου για συντήρηση από κάποιον ειδικό. διατήρηση των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, η οποία δεν θα ήταν δυνατή τη δεκαετία του 1980. Η αρχαιολόγος Έλενα Παπασταύρου βοήθησε στον εντοπισμό της ακριβούς τοποθεσίας του. «Ήρθε η ίδια στις αποθήκες», μας λέει, «και το βρήκε γιατί το θυμόταν».
Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά στο kathimerini.gr.
[ad_2]
Source link


